To Chardonnay καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά στην Αττική, στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ακολουθώντας την ίδια τάση που είχε και στον υπόλοιπο κόσμο, διαδόθηκε σε όλη την Ελλάδα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Το Chardonnay εμφανίζει καλύτερα αποτελέσματα σε ψυχρές και δροσερές περιοχές καθώς δεν είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στη ξηρασία. Ως ποικιλιακό κρασί το Chardonnay δίνει διάφορα στιλ κρασιών: φρέσκα και απλά, πολύπλοκα και πληθωρικά, αυστηρά ή αρωματικά, με ή χωρίς νότες δρυός. Πολύ συχνά στο τελικό χαρμάνι κρασιών από Chardonnay αναμιγνύεται ένα μέρος κρασιού που ζυμώνει και ωριμάζει σε ανοξείδωτη δεξαμενή μαζί με ποσοστό κρασιού που ωρίμαζει σε δρύινα βαρέλια. Με τον τρόπο αυτό μετριάζεται το έντονο άρωμα του ξύλου οδηγώντας σε κρασιά που εστιάζουν στη φρεσκάδα των πρωτογενών αρωμάτων.

Η χρήση δρύινων βαρελιών κατά την ζύμωση ή την ωρίμαση αναδεικνύει κυρίως τα αρώματα βανίλιας, καρύδας και ξηρών καρπών. Με εξαίρεση τα κρασιά που προέρχονται από κάποιες ψυχρές περιοχές της Βορείου Ελλάδος, η μηλογαλακτική ζύμωση αποδεικνύεται δύσκολη, λόγω των χαμηλών επιπέδων του μηλικού οξέος. Τα περισσότερα ελληνικά Chardonnay, εμφανίζουν συνήθως πιο χαμηλό αλκοολικό τίτλο σε σχέση με άλλες χώρες. Γενικά, τα κρασιά αυτά εξελίσσονται όμορφα στα δύο με τρία χρόνια ωρίμασης στη φιάλη και τα καλύτερα από αυτά αποκτούν πιο πολύπλοκη αρωματική δομή.