Με πιθανή περιοχή καταγωγής του τη Βόρεια Αφρική, το Μοσχάτο Αλεξανδρείας φυτεύτηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αγάπη του για τη ζέστη το βοήθησε να εγκλιματιστεί τέλεια στη χώρα, δίνοντας υπέροχα γλυκά κρασιά. Τα τελευταία όμως χρόνια, ολοένα πιο μεγάλο ποσοστό της παραγωγής του μετατρέπεται σε ξηρά, αρωματικά λευκά, ενώ δεν λείπουν και δείγματα αφρωδών. Σε κάθε τύπο πάντως, το απαλό και διακριτικό Μοσχάτο Αλεξανδρείας υπόσχεται τη σαγήνη.

Παρά την εξάπλωσή του στη Βόρεια Ελλάδα, τα ηφαιστειογενή εδάφη της Λήμνου είναι ο κορυφαίος τόπος όπου ξεδιπλώνονται τα χαρίσματα της ποικιλίας. Εκεί άλλωστε το Μοσχάτο Αλεξανδρείας δίνει τους οίνους ΠΟΠ Μοσχάτος Λήμνου και ΠΟΠ Λήμνος. Γλυκείς οι οίνοι με τη γεωγραφική ένδειξη «Μοσχάτος Λήμνου», ξηροί οι άλλοι, εκφράζουν αμφότεροι τα τυπικά γνωρίσματα της ποικιλίας: το διακριτικό άρωμα, με νότες βερίκοκου και μέντας, το σχετικά πλούσιο σώμα και τη στρογγυλή παρουσία στο στόμα.

Οι μεγάλες του ρώγες ίσως το καθιστούν λιγότερο εντυπωσιακό και αρωματικό από το λεπτόρωγο μοσχάτο άσπρο, ωστόσο, αυτοί ακριβώς οι «χαμηλοί τόνοι» είναι το κρυφό χαρτί της ποικιλίας, αφού επιτρέπουν στα κρασιά της να συνοδεύουν ευκολότερα πλήθος φαγητών. Η δε ελληνική έκφραση είναι τόσο διαφορετική από αυτή άλλων χωρών, που αξίζει σε κάθε περίπτωση πολλές δοκιμές. Σίγουρο είναι πως είτε η συντροφιά διασκεδάζει έχοντας στο τραπέζι ένα ευωδιαστό, ευκολόπιοτο ξηρό λευκό, είτε εξερευνά το μαγικό κόσμο των επιδόρπιων κρασιών, η επιλογή ενός ελληνικού Μοσχάτου Αλεξανδρείας είναι σίγουρο ότι θα φέρει το χαμόγελο στα χείλη.