Το Κοτσιφάλι είναι η ερυθρή ποικιλία-ορόσημο του ονομαστού αμπελώνα στην Κρήτη, η οποία καθορίζει το στυλ πολλών ερυθρών ξηρών οίνων αυτής της εξαιρετικά σημαντικής οινοπαραγωγικής περιοχής του Αιγαίου πελάγους. Επειδή μάλιστα το κόκκινο σταφύλι έχει μάλλον μεγαλύτερη διάδοση σε αυτό το νησί, το Κοτσιφάλι μπορεί να θεωρηθεί η πραγματική οινική ψυχή της Κρήτης.

Το Κοτσιφάλι δίνει ένα «τυπικό μεσογειακό» ερυθρό κρασί, με απαλό χρώμα, ένταση αρωμάτων, σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη, ήπιες ταννίνες και οξύτητα. Για τους λόγους αυτούς, το Κοτσιφάλι αναμειγνύεται με πολλές ερυθρές ποικιλίες αμπέλου, είτε διεθνείς, είτε γηγενείς, με κυριότερη τη μανδηλαριά. Ωστόσο, δεν είναι απλώς ένας «ενισχυτικός παράγοντας» της ποικιλιακής σύνθεσης κρητικών κρασιών προσθέτει στρογγυλάδα και ταννική χάρη, ενώ η έκφραση των αρωμάτων του είναι γεμάτη από γλυκά λουλούδια, αποξηραμένα μαύρα φρούτα και συνθέσεις μπαχαρικών. Το Κοτσιφάλι καλλιεργείται σε ολόκληρη την Κρήτη, αλλά τα καλύτερα κρασιά προέρχονται από την περιοχή του Ηρακλείου. Ειδικότερα, είναι οι οίνοι ΠΟΠ Πεζά και ΠΟΠ Αρχάνες, που αποτελούν χαρμάνια με μανδηλαριά.

Το Κοτσιφάλι δίνει γεμάτα και πλούσια κρασιά, τα οποία απευθύνονται σε οινόφιλους, που προτιμούν τη μαλακιά γεύση. Τα κρασιά που περιέχουν στην ποικιλιακή τους σύνθεση Κοτσιφάλι ταιριάζουν εύκολα με φαγητά και συνοδεύουν άριστα πλούσια πιάτα με κρέας, μαγειρευτά κατσαρόλας (λαδερά), λουκάνικα και γευστικά ψητά. Τα περισσότερα κρασιά είναι έτοιμα να καταναλωθούν αμέσως μόλις κυκλοφορήσουν, αλλά αυτά με περισσότερο εκχύλισμα, που ωριμάζουν συνήθως για αρκετούς μήνες σε βαρέλι, μπορούν να εξελιχθούν για 5-8 έτη, παρουσιάζοντας δομή που στηρίζεται στην ωριμότητα και τη γευστική πολυπλοκότητα.