Το θραψαθήρι είναι μια σημαντική ποικιλία της Κρήτης, η οποία αναδεικνύεται σε μια από τις πλέον υποσχόμενες και συναρπαστικές λευκές ποικιλίες του νησιού. Για δεκαετίες, επικρατούσε παρανόηση για το θραψαθήρι, καθώς το θεωρούσαν εσφαλμένα συγγενές με το αθήρι ή επισκιαζόταν από την πιο δημοφιλή βηλάνα. Εν τούτοις, χάρη στα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του προσελκύει πλέον την προσοχή πολλών οινοκριτικών, δίνοντας πρώτης τάξεως ξηρά και, σε κάποιες περιπτώσεις, γλυκά, λευκά κρασιά.

Είναι κατάλληλο ακόμα και για τα πιο ζεστά σημεία της Κρήτης, καθώς επιδεικνύει μεγάλη αντοχή στην ξηρασία. Ωστόσο, προσφέρεται για υψηλές στρεμματικές αποδόσεις, γι’ αυτό οι αμπελουργοί πρέπει να είναι συνετοί, αν θέλουν να παράγουν συμπυκνωμένο καρπό. Τα κρασιά από θραψαθήρι έχουν απαλό κιτρινοπράσινο χρώμα και μύτη μέτριας έντασης, όπου κυριαρχούν πρωτογενή φρουτώδη αρώματα, που θυμίζουν κυρίως πεπόνι και ροδάκινο. Στο στόμα είναι σχετικά ογκώδη, με ευδιάκριτη αλκοόλη και ήπια οξύτητα.

Καλλιεργείται σε όλη την Κρήτη, από τα Χανιά, στα δυτικά, έως το Λασίθι, στα ανατολικά. Τα πιο ονομαστά κρασιά προέρχονται από την περιοχή του Λασιθίου, όπου παράγεται ο οίνος ΠΟΠ Σητεία. Τα λευκά κρασιά ΠΟΠ Σητεία είναι χαρμάνια βηλάνας με θραψαθήρι, αλλά αρκετοί παραγωγοί του νησιού φτιάχνουν και μονοποικιλιακά κρασιά από θραψαθήρι.

Είναι μια ποικιλία που δίνει πλούσια και στρογγυλά, αλλά όχι πολύ έντονα και βαριά κρασιά. Καθώς δεν είναι έντονα αρωματικά, τα κρασιά από θραψαθήρι αποτελούν άριστους συνοδούς πλούσιων πιάτων, με ένταση και πολυπλοκότητα, που τα καθιστά εκτός κανόνων συνδυασμού φαγητού-κρασιού. Είναι δε ιδανικά λευκά κρασιά για σχετικά κρύες ημέρες. Τα περισσότερα κρασιά  είναι καλό να καταναλωθούν μέσα σε τέσσερα χρόνια από την εσοδεία τους, αλλά ορισμένοι κορυφαίοι οινοποιοί παράγουν κρασιά με τέτοια ιδιοσυγκρασία, που έχουν δυνατότητα εξέλιξης ακόμα και για μια δεκαετία.