Το Αγιωργίτικο είναι μια σαγηνευτική ποικιλία αμπέλου, που χαϊδεύει τις αισθήσεις, με κομψότητα, φρεσκάδα και ένταση αρωμάτων, τόσο στη μύτη όσο και στο στόμα. Είναι μια ερυθρή ποικιλία αμπέλου, που συχνά αναφέρεται ως «πολυδύναμη», επειδή μπορεί να οδηγήσει σε ευρύ φάσμα τύπων και στυλ κρασιών, από δροσιστικά ροζέ, έως συμπυκνωμένα γλυκά. Ωστόσο, τα πιο γνωστά στυλ κρασιών από Αγιωργίτικο είναι δύο: τα νεαρά, ξηρά κόκκινα δεξαμενής και τα κόκκινα που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι, τουλάχιστον για ένα έτος.

Τα νεαρά κρασιά από Αγιωργίτικο έχουν μετρίως βαθύ κόκκινο χρώμα, έντονα αρώματα φρέσκων κόκκινων φρούτων, μέτρια οξύτητα και μαλακές ταννίνες. Τα κρασιά που έχουν ωριμάσει σε βαρέλι έχουν βαθύ χρώμα, ενώ η μύτη τους αποκαλύπτει συμπυκνωμένα και πολυσύνθετα αρώματα κόκκινων φρούτων. Στο στόμα είναι πλούσια, με ώριμες ταννίνες υψηλής ποιότητας. Το Αγιωργίτικο είναι μια ποικιλία που μπορεί να δώσει και άλλους τύπους κρασιών, όπως εξαίρετα ροζέ ή εκπληκτικά επιδόρπια κρασιά από λιαστά σταφύλια. Πολλοί παραβάλλουν το Αγιωργίτικο με την ιταλική ποικιλία σαντζιοβέζε, που δίνει τα πασίγνωστα κρασιά Chianti. Το Αγιωργίτικο είναι η ποικιλία του οίνου ΠΟΠ Νεμέα, από τη μεγαλύτερη ζώνη ονομασίας προέλευσης κόκκινου κρασιού στην Ελλάδα και παράλληλα, μια ποικιλία κορυφαίας ποιότητας. Το δίδυμο Νεμέα-Αγιωργίτικο είναι άρρηκτα δεμένο, τόσο παραδοσιακά, καθώς η ποικιλία καλλιεργείτο μόνο στη Νεμέα και την ευρύτερη περιοχή της, όσο και στη σύγχρονη οινική Ελλάδα. Εν τούτοις, το κορυφαίο δυναμικό ποιότητας του Αγιωργίτικου έπεισε πολλούς παραγωγούς να το φυτέψουν και σε άλλες περιοχές, όπως στον αμπελώνα της Βόρειας Ελλάδας ή αλλού στον αμπελώνα της Πελοποννήσου.

Απευθύνεται σε όσους οινόφιλους αναζητούν μια μαγευτική οινική πρόταση για στιγμές κοινωνικών επαφών και οικειότητας. Είναι ένα κρασί που προσφέρει γευστική ικανοποίηση, αλλά και ευελιξία, αφού μπορεί να καταναλωθεί νέο, διατηρώντας τη δυναμική παλαίωσης για πολλά χρόνια. Τέλος, είναι κατάλληλο για να συνοδεύσει μεγάλη ποικιλία πιάτων, που ταιριάζουν με τη σύγχρονη διατροφή.