Μπορεί το κρασί της να ξεδίψαγε τους Αχαιούς κατά τον Τρωικό Πόλεμο, ωστόσο η οινική φήμη της Λήμνου και των κρασιών της, που φέρουν την ένδειξη «Μοσχάτος Λήμνου», καταφέρνουν και παραμένουν αναλλοίωτα έως και σήμερα.

 

Η ξηρασία και τα ηφαιστειογενή εδάφη βοηθούν την τέλεια ωρίμαση της χοντρόρωγης ποικιλίας μοσχάτο Αλεξανδρείας, που καταλαμβάνει σήμερα το 95% του αμπελώνα της Λήμνου, καθιστώντας τον έναν από τους σημαντικότερους τόπους για την παραγωγή γλυκών κρασιών στην Ελλάδα.

 

Ο κυρίαρχος στο νησί συνεταιρισμός, αλλά και οι λιγοστοί μεν, αξιόλογοι δε, ιδιώτες οινοπαραγωγοί του νησιού, χρησιμοποιούν αλκοόλη οινικής προέλευσης, την οποία προσθέτουν κατά τη διάρκεια ή μετά το τέλος της ζύμωσης του υψηλόβαθμου μούστου, ενώ συνήθως αποφεύγουν τη χρήση βαρελιού, κατά την οινοποίηση των γλυκών κρασιών ΠΟΠ Μοσχάτος Λήμνου. Όλα αυτά οδηγούν στον ήρεμο αρωματικό και γευστικό χαρακτήρα των λευκών γλυκών Μοσχάτων Λήμνου, που είναι γεμάτα από διακριτικές νότες βερίκοκου, μέντας και δυόσμου. Η ήπια αυτή έκφρασή τους επιτρέπει ενδιαφέροντες πειραματισμούς με εξωτικές κουζίνες, αλλά και φουά-γκρα, εκτός βέβαια από τη σίγουρη αρμονία με ελαφριά επιδόρπια. Ωστόσο, ένας καλά παγωμένος Μοσχάτος Λήμνου υπόσχεται κέφι και χαρά ακόμα και μόνος του, εκπροσωπώντας επάξια το ζωντανό πρόσωπο των σύγχρονων κρασιών της Ελλάδας. Απευθύνεται δε σε μεγάλη γκάμα οινόφιλων, τους νεοφερμένους, τους οποίους κατακτά με το… «καλημέρα»!